Ως υπογονιμότητα ορίζεται η αδυναμία επίτευξης κύησης μετά από την πάροδο ενός έτους προσπάθειας. Το 85% των ζευγαριών θα επιτύχουν κύηση εντός του πρώτου έτους τακτικών επαφών. Το υπόλοιπο 10-15% θα παρουσιάσει κάποια μορφή υπογονιμότητας. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων μιλάμε για υπογονιμότητα και ελάχιστα είναι τα ζευγάρια όπου παρατηρείται στειρότητα ( αδυναμία επίτευξης κύησης με οποιονδήποτε τρόπο ).

Μια σταθερή μείωση της γονιμότητας αρχίζει να παρατηρείται από τα 25-30 μόλις έτη της ηλικίας της γυναίκας οπότε και το ποσοστό των γεννήσεων ζώντων νεογνών ανά κύκλο είναι στο 22%. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι εφόσον δεν υπάρχει άλλο πρόβλημα, μία γυναίκα 25 ετών που έχει ελεύθερες επαφές τακτικά, έχει σε κάθε κύκλο πιθανότητα 22% να μείνει έγκυος και να ολοκληρώσει την εγκυμοσύνη επιτυχώς. Στην ηλικία των 40 το ποσοστό αυτό μειώνεται στο 5%.

Η διερεύνηση ενός ζεύγους για υπογονιμότητα θα πρέπει να ξεκινά μετά από ένα έτος ελεύθερων επαφών χωρίς αποτέλεσμα. Εάν η ηλικία της γυναίκας είναι άνω των 35, ο έλεγχος πρέπει να ξεκινά μετά από 6 μήνες.

Οι αιτίες υπογονιμότητας ποικίλουν και μπορεί να αφορούν ανατομικές ανωμαλίες της μήτρας ή των σαλπίγγων, ενδομητρίωση ή πυελικές συμφύσεις, προβλήματα με την ποιότητα και ποσότητα της τραχηλικής βλέννης καθώς και ορμονικές διαταραχές που επηρεάζουν την ωοθυλακιορρηξία.

Πρέπει πάντοτε να γίνεται σπερμοδιάγραμμα καθώς ο ανδρικός παράγοντας συναντάται στις μισές περίπου περιπτώσεις υπογονιμότητας. Ο έλεγχος της ωοθηκικής λειτουργίας μέσω μέτρησης ορμονών στην κατάλληλη φάση του κύκλου, ο υπερηχογραφικός έλεγχος της μήτρας και των ωοθηκών, ο έλεγχος της ενδομητρικής κοιλότητας και της βατότητας των σαλπίγγων μέσω υστεροσαλπιγγογραφίας, είναι εξετάσεις στις οποίες πρέπει να υποβάλλονται όλες οι γυναίκες με προβλήματα υπογονιμότητας. Η ανεύρεση ενός προβλήματος κατά τον έλεγχο του ζεύγους ( π.χ. στο σπερμοδιάγραμμα ), δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να γίνουν οι υπόλοιπες εξετάσεις, καθ’ ότι συχνά συνυπάρχουν περισσότεροι του ενός παράγοντες που χρήζουν αντιμετώπισης. Όσον αφορά τη λαπαροσκόπηση και την υστεροσκόπηση, έχουν θέση στον έλεγχο υπογονιμότητας επί ενδείξεων, για διαγνωστικούς και επεμβατικούς λόγους. Η λαπαροσκόπηση συνήθως συστήνεται επι υποψίας ενδομητριώσεως, όπου εκτός του ότι τίθεται η διάγνωση, καυτηριάζονται οι ενδομητριωσικές εστίες και αφαιρούνται τα ενδομητριώματα, με συνακόλουθη ήπια βελτίωση της γονιμότητας. Η υστεροσκόπηση ενδείκνυται επί υποψίας ενδομητρικού πολύποδα, υποβλεννογονίου ινομυώματος, διαφράγματος της μήτρας ή ενδομητρικών συμφύσεων. Οι ανωτέρω παθολογίες διαγιγνώσκονται και αντιμετωπίζονται υστεροσκοπικά, με άμεση βελτίωση της γονιμότητας.

Κατά τον έλεγχο μπορεί επίσης να ανευρεθούν ορμονικές διαταραχές όπως η υπερπρολακτιναιμία ή ο υποθυρεοειδισμός, των οποίων η φαρμακευτική αντιμετώπιση βελτιώνει άμεσα την υπογονιμότητα. Το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών διαγιγνώσκεται με την παρουσία δύο εκ των εξής τριών κριτηρίων :

  1. Κλινικός η βιοχημικός υπερανδρογονισμός
  2. Ολιγομηνόρροια ή αμηνόρροια
  3. Υπερηχογραφική εικόνα πολυκυστικών ωοθηκών

Συναντάται σε ποσοστό 6-10% των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας και προκαλεί υπογονιμότητα λόγω ανωοθυλακιορρηξίας. Αντιμετωπίζεται με συνδυασμένα αντισυλληπτικά δισκία, ενώ η υπογονιμότητα που το συνοδεύει είναι εύκολα αντιμετωπίσιμη με πρόκληση ωοθυλλακιορηξίας μέσω φαρμάκων, όπως η κιτρική κλομιφαίνη και η λετροζόλη.

Η σπερματέγχυση, η εξωσωματική γονιμοποίηση ( in vitro fertilization- IVF ) και εμβρυομεταφορά, η ενδοκυτταροπλασματική έγχυση σπερματοζωαρίων ( intracytoplasmic sperm infusion- ICSI ) ανήκουν στις σύγχρονες μεθόδους υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και μπορούν να προσφέρουν καλά αποτελέσματα στα υπογόνιμα ζεύγη.

Εώς και το 80- 85% των υπογόνιμων ζευγαριών θα επιτύχουν κύηση με τη βοήθεια τεχνικών υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Τα ποσοστά επιτυχίας της εξωσωματικής γονιμοποίησης βελτιώνονται διαρκώς προσεγγίζοντας πλέον το 30- 40% με ένα ποσοστό 2-3% έκτοπης κύησης. Σε περιπτώσεις γυναικών που δεν ανταποκρίνονται στη διέγερση μπορούν να χρησιμοποιηθούν ωάρια δότριας.

Το ψυχολογικό φορτίο που επωμίζονται τα υπογόνιμα ζευγάρια πρέπει πάντοτε να συνεκτιμάται και να δίνεται βάση στην ορθή ενημέρωση σχετικά με τις διαγνωστικές και επεμβατικές διαδικασίες. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το χρονοδιάγραμμα που θα ακολουθηθεί καθώς στις μέρες μας ολοένα και περισσότερες γυναίκες αναβάλλουν την τεκνοποίηση έως αργά, με αποτέλεσμα ο χρόνος που έχουμε ώστε να επιτύχουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα να είναι περιορισμένος και πολύτιμος.

Τα άρθρα του ιστοτόπου μας είναι καθαρά ενημερωτικού χαρακτήρα και δεν υποκαθιστούν σε καμία περίπτωση ιατρικές συμβουλές, διαγνώσεις ή θεραπείες. Για οποιοδήποτε ζήτημα που αφορά την υγεία σας, συμβουλευθείτε ιατρό. ( βλ. όρους χρήσης )