Η εφαρμογή των υπερήχων εφαρμόζεται στην μαιευτική τα τελευταία 30 χρόνια, έχοντας αλλάξει οριστικά την παρακολούθηση της κύησης. Η δισδιάστατη απεικόνιση της μήτρας, του εμβρύου, του πλακούντα και του τραχήλου έχουν ιδιαίτερη σημασία στην εκτίμηση της εγκυμονούσας.

Στις 5 εβδομάδες είναι ορατός ο σάκος κύησης εντός της ενδομητρικής κοιλότητας καθώς και ο λεκιθικός ασκός εντός αυτού. Η απουσία ενδομητρίου σάκου κύησης κατά την 5-6η εβδομάδα σε γυναίκα με τιμές χοριακής γοναδοτροπίνης > 1500 μονάδων, εγείρει την υποψία εξωμητρίου κυήσεως. Στην 6η εβδομάδα είναι διακριτή η καρδιακή λειτουργία του εμβρύου. Στην αρχή της εγκυμοσύνης είναι πιθανόν να χρειαστεί διακολπικό υπερηχογράφημα για ευκρινέστερη απεικόνιση.

Στην αρχή της εγκυμοσύνης, το υπερηχογράφημα βοηθά στον ακριβή προσδιορισμό της ηλικίας κύησης με τη μέτρηση του CRL ( κεφαλουραίο μήκος εμβύου ), καθώς και στον αποκλεισμό της πολύδυμης κύησης.

Από τις 11 έως τις 14 εβδομάδες ( 13 εβδ. + 6 ημ. ) λαμβάνει χώρα η μέτρηση της αυχενικής διαφάνειας του εμβρύου, που συνδυαστικά με την μέτρηση της β- HCG και του PAPP-A, καθώς και την ηλικία της εγκύου, χρησιμοποιείται ως screening ( εξέταση διαλογής ) για τον καθορισμό της πιθανότητας χρωμοσωματικών κ.α. ανωμαλιών.

Σε γυναίκες με ιστορικό αποβολής 2ου τριμήνου, περισσοτέρων των δύο αποβολών 1ου τριμήνου, η ιστορικό κωνοειδούς εκτομής του τραχήλου λόγω δυσπλασίας, έχει ιδιαίτερη σημασία η εκτίμηση του μήκους τραχήλου για τον καθορισμό του κινδύνου αποβολής ή πρόωρου τοκετού. Εάν ο κίνδυνος θεωρηθεί υψηλός μπορεί είτε να γίνει περίδεση τραχήλου, είτε να χορηγηθεί διακολπικά προγεστερόνη με ή χωρίς την τοποθέτηση πεσσού. Η επιλογή θα εξαρτηθεί από το μήκος του τραχήλου και την προτίμηση της εγκύου. Η εκτίμηση του μήκους του τραχήλου γίνεται συνήθως διακολπικά.

Η εκτίμηση της ροής του αίματος ( doppler ) των μητριαίων αρτηριών νωρίς κατά την κύηση, βοηθά στην εκτίμηση ανάπτυξης προεκλαμψίας και υπολειπόμενης ανάπτυξης του εμβρύου.

Μετά την πάροδο του πρώτου τριμήνου ( μετά την 14η εβδομάδα ) μετρούνται οι βιοφυσικές παράμετροι του εμβρύου. Η μέτρηση της αμφιβρεγματικής διαμέτρου ( BPD – bi-parietal diameter ), της περιμέτρου κεφαλής ( HC – head circumference  )  της περιμέτρου κοιλίας ( AC- abdominal circumference ) και του μήκους του μηριαίου οστού ( FL- femur length  ), μας δίνουν την δυνατότητα εκτίμησης του υπολογιζόμενου βάρους του εμβρύου ( EFW- estimated fetal weight ), και της επαρκούς ανάπτυξής του. Σε κάθε επίσκεψη της εγκύου ελέγχεται η καρδιακή λειτουργία και μετρούνται οι συγκεκριμένες παράμετροι, ώστε να επιβεβαιωθεί η επαρκής ανάπτυξη του εμβρύου. Εκτιμάται επίσης η θέση και η γήρανση του πλακούντα, το μήκος του τραχήλου της μήτρας, και η ποσότητα του αμνιακού υγρού.

Στις 20 έως 24 εβδομάδες γίνεται το υπερηχογράφημα β επιπέδου, όπου ελέγχεται σχολαστικά η ανατομία του εμβρύου.

Στις 32-34 εβδομάδες γίνεται η μέτρηση των ροών των μητριαίων, της ομφαλικής και της μέσης εγκεφαλικής αρτηρίας, ώστε να εκτιμηθεί η μητροπλακουντιακή κυκλοφορία.

Προς το τέλος της κύησης εκτιμούμε υπερηχογραφικά το σχήμα και την προβολή του εμβρύου προκειμένου να αποκλείσουμε ανώμαλες προβολές που καθιστούν τον κολπικό τοκετό αδύνατο ( π.χ. ισχιακή ).

Τα τελευταία χρόνια η 3d και 4d ( real time 3d ) υπερηχογραφία προσφέρουν εντυπωσιακές εικόνες του εμβρύου, που καθιστούν τον έλεγχο συγκεκριμένων ανατομικών ανωμαλιών πιο ακριβή από ποτέ.

Τα άρθρα του ιστοτόπου μας είναι καθαρά ενημερωτικού χαρακτήρα και δεν υποκαθιστούν σε καμία περίπτωση ιατρικές συμβουλές, διαγνώσεις ή θεραπείες. Για οποιοδήποτε ζήτημα που αφορά την υγεία σας, συμβουλευθείτε ιατρό. ( βλ. όρους χρήσης )